Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου, δημιουγώντας μια ρωγμή στο τείχος των 35ο C που με πλάκωνε. Τίποτα σημαντικό, ένα τυχαίο φύσημα κάπου στα Τουρκοβούνια, σε μια τυχαία ώρα μετά το μεσημέρι. Αυτή η ρωγμή όμως ήταν αρκετή για να ανοίξει ένα παράθυρο νοσταλγίας, μια θάλασσα αναμνήσεων από 15, 20, 25 χρόνια πίσω.

Ναι, τα καλοκαίρια δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν εννοώ τη ζέστη. Ζέστη είχε πάντα. Ήταν όμως άλλη ζέστη…

‘Ηταν στον κάμπο της Επανομής, που η ζέστη αντανακλούσε σε χώμα και όχι σε άσφαλτο. Στο δρόμο για τον Ποταμό ή το Φανάρι, βλέποντας δεξιά κι αριστερά χωράφια έτοιμα για θερισμό κι ανάμεσά τους, αραιά και πού, κάποια εξοχικά. Στο τέρμα της διαδρομής, μια καθαρή παραλία, χωρίς beach bar, χωρίς νοικιασμένες ξαπλώστρες. Τα κανονάκια που πότιζαν τα μπαμπάκια πετούσαν νερό στο παρμπριζ και μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και κανείς δε νοιαζόταν για εκστρατείες νερού και λειψυδρίες. Τα αυτοκίνητα δεν είχαν ακόμα air condition, η εξάτμισή τους δεν έκανε θόρυβο και όταν έμπαινες στο χωριό χαμήλωνες την ένταση του – αδύναμου έτσι κι αλλιώς κασετόφωνου – για να μην ενοχλείς.

Ήταν στη Χαλκιδική, απομεσήμερο για καφέ και τάβλι και μετά βουτιές στα νερά της Ν. Φώκαιας, μέσα στα πεύκα και τα τζιτζίκια. Συνεννόηση για μπάλα ή μπάσκετ το απόγευμα και αυθόρμητο μπουγέλο όταν τα κορίτσια στην παρέα γίνονταν πολλά. Κουβέντες για μουσική, Madonna ή Scorpions, φλώροι και μέταλλα, εμείς κι εσείς και μετά πάλι όλοι μαζί.

Αργότερα ήταν μετά τις πανελλαδικές, πριν βγουν οι βαθμοί, η εκτόνωση και οι πρώτες διακοπές με παρέα -χωρίς γονείς. Camping με τη γκόμενα, χωρίς φράγκο στην τσέπη και με χαρτζηλίκι απ’ τον παππού.

Πιο μετά, το τέλος της εξεταστικής, με το αυτοκίνητο του μπαμπά να γράφει χιλιόμετρα, τις καφετέριες στην Αρετσού εν είδει τράπεζας να δέχονται καταθέσεις φοιτητών, κανά ουζάκι στα κάστρα, ποτό στην Περαία, club της μόδας στο αεροδρόμιο.

Κι αυτό το αεράκι, πάντα εκεί. Αν ο ελεύθερος χρόνος είχε αναπνοή, αυτό θα ήταν το λαχάνιασμά του, ο αναστεναγμός και η ζητωκραυγή του.

Πρέπει να ταξίδεψε πολύ μακριά αυτό το αεράκι για να φτάσει στα Τουρκοβούνια και να με βρει την ώρα που περνούσα από κει. Ίσως να ταξίδεψε στο χρόνο, σαν γράμμα που έστειλα στον εαυτό μου πριν 15 χρόνια. Μια διαθήκη που έλεγε ότι κάποτε οι διακοπές κρατούσαν 3 μήνες και ο ελεύθερος χρόνος ήταν τόσος, που δεν είχες τι να τον κάνεις. Μια υπενθύμιση ότι κάποτε τα λεφτά και η δουλειά δεν ήταν προτεραιότητα. Προτεραιότητα ήταν το σήμερα και φιλοδοξία το αύριο.

Ευχαριστώ που μου το θύμισες, αεράκι…

Bookmark and Share