28η Οκτωβρίου 2010
“Ήμουν 25 χρονών το 1940. Το αίμα μου έβραζε. Η δύναμη έρρεε στα μπράτσα και στα πόδια μου. Είχα περάσει το καλοκαίρι μαζεύοντας το στάρι και μετά το μπαμπάκι. Είχα δουλέψει σκληρά στο μποστάνι, κουβαλώντας καρπούζια. Είχα οργώσει τα χωράφια και είχα σπείρει πριν τα πρωτοβρόχια. Είχα τρυγήσει και πατήσει τα σταφύλια, είχα γεμίσει τα βαρέλια με μούστο, περιμένοντας να μπει ο Νοέμβρης για να δοκιμάσω το γιοματάρι.
Μπορούσα να τρέχω για 10 χιλιόμετρα χωρίς να σταματήσω. Μπορούσα να σηκώσω 2 φορές το βάρος μου και να μεταφέρω το φορτίο για μισή ώρα, χωρίς να λαχανιάσω. Ξυπνούσα με την ανατολή – με το που ο κόκορας υποψιαζόταν τον ήλιο να έρχεται – και μπορούσα να δουλεύω μέχρι τη δύση, σταματώντας μόνο για λίγο ψωμί και τυρί, το μεσημέρι.
Δεν ήμουν μόνο εγώ έτσι. Ήμασταν όλοι. Μια γενιά γερή, μεγαλωμένη στη φύση, δυνατή, ανθεκτική.
Δεν καταλαβαίναμε πολλά πέρα από τα χωράφια μας και τα ζώα μας. Δεν μας ένοιαζε. Φιλίες; Ανθεκτικές όπως ο βράχος. Καβγάδες; Ορμητικοί όπως τα ποτάμια. Δε σηκώναμε μύγα στο σπαθί μας. Για περιουσία είχαμε τη γη μας και το λόγο μας. Μην μας πείραζες κάτι από τα δύο.
Δεν ήξερα τίποτα για την Ιταλία και τους Ιταλούς. Το όνομα Μουσολίνι το είχα ακούσει απέξω απέξω κανά δυο φορές, αλλά νόμιζα ότι είναι φαγητό. Πάντα ήθελα να δοκιμάσω λίγο μουσολίνι, να δω τι γεύση έχει.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940, κατάλαβα ότι θα δοκίμαζα. Ξύπνησα πριν από τον κόκορα. Κάτι δε μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Στριφογύριζα στο πάτωμα, όπου κοιμόμασταν όλοι, έχοντας ένα κακό προαίσθημα. Ό,τι είχα πλυθεί στη γούρνα όταν άκουσα τον τελάλη να φωνάζει όλο το χωριό. Μαζευτήκαμε να δούμε τι θα έλεγε.
Πόλεμος! Αυτός ο Μουσολίνι δεν ήταν φαγητό. Ήταν ο δικτάτορας των Ιταλών, που έστειλε τον άνθρωπό του στο δικό μας δικτάτορα – το Μεταξά - και του ζήτησε να παραδώσει την Ελλάδα. Ακούγαμε με κομμένη την ανάσα. Ο τελάλης έκανε λίγη ώρα σιωπή, για να χωνέψουμε τι έλεγε. Όλοι κοιταζόμασταν. Ποια ήταν η απάντηση;
ΟΧΙ! αυτό είπε ο Μεταξάς. Αυτό θα λέγαμε όλοι. ΟΧΙ!
Είπαμε: η γη μας και ο λόγος μας.
Κι αυτό σήμαινε πόλεμο. Ναι, αλλά πού; Πώς; Πότε;
Σε μια ώρα όλοι οι άντρες του χωριού – εκτός από τους γέρους και τους βαριά άρρωστους – έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού. Ο παπάς θα μας ευλογούσε και θα φεύγαμε. Γενική επιστράτευση!
Πήγα στο σπίτι τρέχοντας. Η μάνα μου έκλαιγε, η αδερφή μου το ίδιο. Αλλά εγώ χαιρόμουν. Πετούσα. Θα εμπόδιζα του Ιταλούς ακόμα και μόνος μου. Αρκεί να τους έβρισκα μπροστά μου. Κι αυτόν το Μουσολίνι, θα τον κατάπινα ολόκληρο.
Την άλλη μέρα ήμασταν σε μονάδα επιστράτευσης. Θυμήθηκα γρήγορα τα 3 χρόνια θητείας και την εκπαίδευση. Πήρα όπλο, παλάσκες, ξιφολόγχη. Πήρα ρούχα βαριά. Θα πηγαίναμε – λέει – στην Πίνδο. Η 8η Μεραρχία αντιστεκόταν ηρωικά και εμείς θα πηγαίναμε για ενίσχυση. Έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για πολύ κρύο και για σκληρές μάχες. Οι Ιταλοί ήταν εξοπλισμένοι με ότι καλύτερο. Κανόνια πυροβολικού, σύγχρονα τουφέκια, αεροπλάνα που έριχναν βόμβες – δεν είχα δει ποτέ μου αεροπλάνο και δεν ήξερα τι είναι οι βόμβες – άλογα και μουλάρια.
Εμείς δεν τα είχαμε αυτά. Αλλά είχαμε τη γη μας. Και ο Μουσολίνι μας είχε νευριάσει.
Φτάσαμε στην Πίνδο. Το κρύο πολύ. Απέναντί μας είχαμε την επίλεκτη μεραρχία Τζουλιέτα. Όλοι τους σκληροί και γενναίοι, μας είπαν. Μωρ’ τι μας λες! Με τα χέρια πίσω από το κεφάλι – αιχμάλωτοι – δεν φαίνονταν και τόσο σκληροί. Οι γυναίκες που μας έφερναν τρόφιμα με τα πόδια, περπατώντας στην άκρη των γκρεμών, μέσα στο χιόνι και το ξεροβόρι – αυτές ήταν σκληρές. Οι σύντροφοι που ούρλιαζαν “αέρα” πιο δυνατά κι απ’ τον ίδιο τον αέρα – αυτοί ήταν σκληροί και γενναίοι. Κάθε ένας που έπεφτε από σφαίρα, κάθε ένας που ξυπνούσε και δεν ένιωθε πόδια και χέρια από τα κρυοπαγήματα, μόνο για ένα πράγμα λυπόταν: που δεν θα πολεμούσε κι άλλο, που δεν θα ήταν εκεί να δει τους Ιταλούς να πέφτουν στη θάλασσα.
Και εκεί τους ρίξαμε. Μέτρησα με τα πόδια την Πίνδο, τη Βόρεια Ήπειρο και έφτασα μέχρι την Αδριατική. Νικητής! Περήφανος! Έλληνας!
Ας ήμασταν λίγοι. Ας μην είχαμε όπλα – παίρναμε των Ιταλών. Ας μην είχαμε πολλά αεροπλάνα, κανόνια, εκπαίδευση. Ήμασταν δυνατοί και είχαμε θέληση. Και πολεμούσαμε για τη γη μας και την τιμή μας. Είπαμε όλοι ΟΧΙ!
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Σήμερα είναι 28 Οκτωβρίου 2010. Είμαι 95 χρονών και το αίμα μου σταμάτησε να βράζει εδώ και δεκαετίες. Είδα πολλά σ’ αυτά τα 70 χρόνια. Εμφύλιο, ανοικοδόμηση, πολιτικά πάθη, δικτατορία, δημοκρατία, ανάπτυξη, ελευθερία, ευμάρεια. Έκανα παιδιά κι αυτά δικά τους παιδιά. Μετακόμισαν σε πόλεις και δεν ξέρουν τίποτα από γεωργικές δουλειές. Ζουν σε διαμερίσματα, έχουν αυτοκίνητα, ταξιδεύουν. Η ζωή τους είναι πολύ πιο άνετη.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, θυμούνται ότι είναι ελεύθεροι επειδή εμείς πολεμήσαμε το ‘40. Επειδή είπαμε “ΟΧΙ”. Δόξα τω Θεό, έχω καλά παιδιά και εγγόνια. Κάθε 28η Οκτωβρίου μου λένε ευχαριστώ για την ελευθερία που έχουν.
Αλλά εγώ δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι: Είναι στ’ αλήθεια ελεύθεροι; Είναι τόσο δυνατοί; Κι αν χρειαστεί, θα πουν κι αυτοί “ΟΧΙ” για τη γη και την τιμή τους;