Ανάμεσα στα Γιάννενα και την Πάργα, κοντά στις πηγές του Αχέροντα, σε έναν ξερότοπο περιτριγυρισμένο από κατσάβραχα και βουνά, υπάρχει ένας τόπος εντυπωσιακά άγριος και αφιλόξενος. Με τα σημερινά δεδομένα, θα έλεγες ότι δεν μπορεί να μείνει άνθρωπος εκεί. Ελάχιστη, χαμηλή κυρίως, βλάστηση, λίγα δέντρα και πάρα πολλές πέτρες. Και σίγουρα δεν είναι καλή ιδέα να πας χωρίς ένα γεμάτο μπουκάλι νερό μαζί σου.

Κάποια ερείπια, ένα παλιό ενετικό κάστρο (έρημο και γεμάτο φίδια πλέον) μαρτυρούν ότι κάποτε είχε στρατηγική σημασία, ενώ κάποια ερείπια δείχνουν ότι κάποιοι τρελοί κατοικούσαν εκεί.

Και πράγματι, στις αρχές του 17ου αιώνα ή λίγο πιο πριν, σε αυτά τα άγρια μέρη άρχισαν να βρίσκουν καταφύγιο κάποιες οικογένειες από διάφορες περιοχές της Ηπείρου, με ένα κοινό: προβλήματα με τους Τούρκους. Ανυπότακτοι, τσαμπουκάδες, ελεύθεροι, Έλληνες. Σύντομα σχηματίστηκε το τετραχώρι: Σούλι, Κιάφα, Αβαρίκος, Σαμονίδα.

Πατριαρχικές οικογένειες, οι λεγόμενες «φάρες»", συντηρητικές, με βαθύ το αίσθημα της ανεξαρτησίας, αλλά και με δημοκρατική οργάνωση, κατάφεραν μέσα σε μικρό διάστημα να γίνουν ο πιο χοντρός πονοκέφαλος του Αλή Πασά. Και όχι τυχαία. Ο Αλής, παλιός ληστής και τυχοδιώκτης που πήρε το πασαλίκι των Ιωαννίνων σχεδόν εκβιάζοντας το Σουλτάνο και κατάφερε να ελέγχει όλη την κεντρική Ελλάδα, ήταν ένας άνθρωπος παμπόνηρος, αδίστακτος, βίαιος και τρομερά φιλόδοξος.

Στην ακμή του λάμβανε φόρο υποτέλειας από όλη την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Από όλη; Όπως θα έλεγε και ο Goscinny, όχι από όλη. Το γνωστό τετραχώρι έκανε πλάκα στον Αλή Πασά, διαολοστέλνοντας τους εισπράκτορές του. Και όχι μόνο αυτό. Όλος ο κάμπος, – καμιά σαρανταριά χωριά – πλήρωναν φόρο υποτέλειας στους Σουλιώτες. Το πιο ενοχλητικό όμως ήταν ότι τα τελευταία από αυτά τα χωριά ήταν σχεδόν στα όρια των Ιωαννίνων.

Με φόντο αυτή τη σύγκρουση, το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα σημαδεύτηκε από επεισόδια απίστευτου ηρωισμού, ιστορίες τιμής, μάχες, προδοσίες, φόνους, πολιορκίες.

Μερικά από αυτά, φαίνονται σήμερα απίστευτα. Όπως το γράμμα που έστειλε γύρω στα 1790 ο Λάμπρος Τζαβέλας, πολέμαρχος των Σουλιωτών, στον Αλή Πασά, όταν ο τελευταίος ζήτησε να του παραδώσει το Σούλι. Ο Αλής κρατούσε όμηρο το γιο του Λάμπρου ,Φώτο Τζαβέλα, και απειλούσε να τον σκοτώσει. Ο Λάμπρος λοιπόν απάντησε: «Αν ο γιος μου, νέος καθώς είναι, δεν είναι πρόθυμος να πεθάνει για την πατρίδα του, τότε δεν είναι άξιος να λέγεται γιος μου. Αν θέλεις, σκότωσέ τον». Η απειλή απέτυχε, το Σούλι έμεινε στη θέση του και ο Αλή Πασάς (ο οποίος είχε μια αίσθηση τιμής πού και πού) επέστρεψε τον Φώτο, αφού σαν όμηρος του ήταν άχρηστος.

Ή ένα άλλο επεισόδιο μερικά χρόνια πιο πριν, όταν σε μια μάχη τα τουφέκια άναψαν, οι πολεμιστές κουράστηκαν και οι δυο πλευρές σταμάτησαν να πολεμούν. Τότε οι γυναίκες, που μέχρι τότε άκουγαν τη μάχη, πίστεψαν ότι οι άντρες νικήθηκαν. Και τι έκαναν; Πήρα τα όπλα που είχαν στα σπίτια τους και σε μια κίνηση απελπισίας, που θα επαναλαμβανόταν και αργότερα στο Ζάλογγο, έκαναν επίθεση αυτοκτονίας στους Τούρκους. Αυτοί αιφνιδιάστηκαν τόσο, που το έβαλαν στα πόδια και η σκηνή των γυναικών του Σουλίου που τους κυνηγούσαν άφησε εποχή.

Ο επίλογος του Σουλίου αποτέλεσε ένα δράμα. Μετά από πολύμηνη πολιορκία, κατά την οποία η πείνα και όχι η πολεμική ισχύς κατέβαλλε τους Σουλιώτες, το Σούλι συνθηκολόγησε. Όχι όλοι όμως. Ένας καλόγερος, ο Σαμουήλ, μια ασκητική, επιβλητική μορφή που από το μοναστήρι του Αγίου Δονάτου στο Κούγκι ασκούσε μια μυστηριακή έλξη στους Σουλιώτες, δεν θέλησε να προσκυνήσει. Το μοναστήρι ήταν και η μπαρουταποθήκη της κοινότητας. Όταν οι Τούρκοι πήγαν να το καταλάβουν, ο καλόγερος έδωσε ένα θεαματικό τέλος, βάζοντας φωτιά και ανατινάζοντας τα πάντα. Αυτό έδωσε την αφορμή που έψαχνε ο Αλή Πασάς για να σπάσει την ανακωχή και να κυνηγήσει ξανά τους Σουλιώτες, γεγονός που οδήγησε στη μαζική αυτοκτονία του Ζαλόγγου.

Από εκεί και μετά, οι Σουλιώτες θα συμμετάσχουν ενεργά στην επανάσταση του ’21, καθώς δεκαετίες μαχών τους έκαναν περιζήτητους πολεμιστές. Ο Σουλτάνος τους χρησιμοποίησε στην πολιορκία των Ιωαννίνων, όταν αποφάσισε να καθαρίσει με τον Αλή Πασά, που πλέον τον αμφισβητούσε ανοιχτά. Στο Μεσολόγγι η συμβολή τους στην πολιορκία και την έξοδο ήταν σημαντική, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης, γιος του πολέμαρχου Νότη Μπότσαρη, έδωσε τη ζωή του στην επανάσταση. Έκτοτε, δεν υπήρξε πόλεμος της Ελλάδας που να μην συμμετείχαν Σουλιώτες – όχι σαν σώμα βέβαια, αλλά τα ονόματα Μπότσαρης, Τζαβέλλας, Ζέρβας, Κουτσονίκας, Φωτομάρας κ.α. εμφανίζονται συχνά πυκνά σε λίστες αξιωματικών μάχιμων μονάδων.

Και ένα τελευταίο. Από σκοπιμότητα ή ανοησία, στην ιστορία έχει καταγραφεί ότι το Σούλι έπεσε από την προδοσία ενός Σουλιώτη που ήταν δυσαρεστημένος, γιατί – όντας δειλός – οι υπόλοιποι τον είχαν στο περιθώριο. Το όνομά του Πήλιος Γούσης και ο ρόλος του παρόμοιος με του αρχαίου Εφιάλτη στις Θερμοπύλες. Κι όμως. Ο Πήλιος Γούσης όντως υπήρξε, όχι ως προδότης , αλλά ως ιδιαίτερα γενναίος πολεμιστής, που σκοτώθηκε τιμημένα στο πεδίο της μάχης.

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Φαίνεται ότι κι άλλοι ασχολήθηκαν με το θέμα. Μια εξαιρετική σύνοψη της ιστορίας του Σουλίου βρήκα εδώ: http://kostasxan.blogspot.com/2010/03/blog-post_9114.html#comment-form